Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2014

Άγνωστες ηρωίδες του Σαράντα της Σόνιας Ευθυμιάδου- Παπασταύρου

Πως γράφω με ιδιαίτερη ευαισθησία για τις γυναίκες έλεγε το ιδιαιτέρως τιμητικό βιογραφικό μου που κυκλοφόρησε μες στο καλοκαίρι το δραστήριο Κέντρο Συμβουλευτικής Γυναικών του Δήμου Καστοριάς
-ευχαριστώ θερμά τον φορέα, ξεχωριστά την ψυχή του κ. Βασίλη Κιοσσέ, για την όλη συνεργασία κι όχι μόνο για τη συγκεκριμένη τιμή. Μα, άθελά τους, με έβαλαν σε πολλές σκέψεις: Αν ήμουν άντρας θα με απασχολούσε άραγε όσο τώρα η προσφορά των γυναικών στην πρόοδο της κοινωνίας; Ή θα τηρούσα την κλασική στάση των αντρών, που μόνο με τη συμβολή του δικού τους φύλου στην ιστορία της ανθρωπότητας έχουν ασχοληθεί, φτάνοντας στο σημείο να αγνοούν παντελώς αυτή της γυναίκας;

Φοβάμαι πως δε θα ‘μουν εξαίρεση και πως θα ‘κανα το ίδιο λάθος. Μα και πάλι: πώς θα μπορούσα να κλείνω τα μάτια μπροστά στις περιπτώσεις γυναικών ηρωίδων που αποκαλύπτονται αβίαστα και βλέπουν το φως της δημοσιότητας, αλλά ξεχνιούνται γρήγορα και ξαναπέφτουν στην αφάνεια;

Ε, λοιπόν, ευτυχώς που είμαι γυναίκα και δεν ξεχνώ εύκολα τις γυναίκες ηρωίδες που έχει ν’ αναδείξει η Ιστορία του τόπου μας και μάλιστα κάθε της σελίδα. Και αυτός είναι ο λόγος που γράφω σήμερα: για να μιλήσω με τους άλλους, μ’ εσάς τους σεβαστούς κι αγαπητούς αναγνώστες,  για δύο ξεχωριστές γυναίκες που γνώρισα πολύ πρόσφατα και που έχουν το εξής κοινό χαρακτηριστικό: και οι δυο τους είναι γυναίκες που έκαναν κάτι ξεχωριστό, κάτι ηρωικό ακριβώς την εποχή του Σαράντα και της στους Γερμανούς Κατοχής. 

Την πρώτη ηρωίδα που θα σας γνωρίσω σήμερα τη γνώρισα ακριβώς πριν από έναν χρόνο, όταν έλαβα το πολύ καλό περιοδικό των γραμμάτων της Έδεσσας (!) με τον ποιητικό τίτλο «Δαφνοκέρασα». Γνώριζα τον σύζυγό της, έναν ξεχωριστό Εδεσσαίο των γραμμάτων, που διατηρεί ένα ξεχωριστό σπίτι από αυτό όπου μένει για να στεγάζει την τεράστια και πολύτιμη συλλογή των βιβλίων που διαθέτει. Για την ηρωίδα έγραψε το περιοδικό με αφορμή τον θάνατό της ,κι όταν διάβασα για τη δράση και τη στάση ζωής της στην περίοδο της Κατοχής, σκέφτηκα πως ήταν μια ιδανική ηρωίδα, πραγματική και καθαρή ιδεολόγος, που δεν εντάχτηκε σε καμία οργάνωση φίλα προσκείμενη στον έναν ή στον άλλον και που αγωνίστηκε μόνη της έχοντας τον νου και την καρδιά της στραμμένη μονάχα στην πατρίδα, πουθενά αλλού.
 
«Θεωρούσα ότι έπρεπε να βοηθήσω τον τόπο μου και έβρισκα μόνη μου τον τρόπο για να προσφέρω τις υπηρεσίες μου. Είμαι ταγμένη να υπηρετώ την πατρίδα», έγραφε για τον εαυτό της η Ευαγγελία Καραμανάβη και για μένα είναι το πιο σύντομο, μα και το πιο ουσιαστικό βιογραφικό επίγραμμα που έχω διαβάσει. Γι’ αυτό και με εντυπωσίασε η περίπτωσή της τόσο.

Κόρη ταπεινού και άγνωστου Μακεδονομάχου, είχε την τύχη να έχει δασκάλα της την επίσης Μακεδονομάχο Καλλιόπη Δημητριάδου, που, όπως λέει η ίδια, εμφύσησε στις μαθήτριές της τα πατριωτικά ιδεώδη και τις γαλούχησε μ’ αυτά. Έτσι, στη διάρκεια της Κατοχής όπου οι Έλληνες υπέφεραν από την πείνα, η Ε. Καραμανάβη βασάνιζε το μυαλό της πώς να βοηθήσει τους γονείς και τους συμπατριώτες της. Και καθώς έπαιρνε μέρος σε διάφορα σαμποτάζ σε βάρος των Γερμανών, συνελήφθη τον Αύγουστο του ‘41, στάλθηκε στο στρατόπεδο του Νταχάου,  κι όταν βγήκε λόγω καλής διαγωγής, δούλεψε σε σπίτια Γερμανών κι έμαθε τη γερμανική γλώσσα. 

Έτσι, λοιπόν, επιστρέφοντας στην Ελλάδα, ήταν μοιραίο να γίνει διερμηνέας των Γερμανών. Αυτή της η θέση της έδινε τη δυνατότητα να βοηθάει τους συμπατριώτες της  με κάθε τρόπο, αλλά κυρίως παίζοντας με την ίδια της τη ζωή.
Δε θ’ αναφέρω λεπτομέρειες, για να μη σας κουράσω. Αλλά όσο εντυπωσιακά είναι τα όσα έκανε αυτός ο κατά τ’ άλλα αδύναμος –λόγω φύλου- άνθρωπος άλλο τόσο εντυπωσιακό είναι αυτό που έγινε όταν την υποψιάστηκαν: τη συνέλαβαν και την ανέκριναν οι Γερμανοί με ξυλοδαρμούς, βασανιστήρια και εξευτελισμούς για να τους φανερώσει τους στενούς της συνεργάτες. Γράφει η ίδια:
«Η αλήθεια είναι  ότι δούλευα και δρούσα χωρίς να είμαι οργανωμένη σε κάποια αντιστασιακή οργάνωση. Εκτελούσα το καθήκον μου χωρίς να πειθαρχώ σε διαταγές οποιουδήποτε αντιστασιακού οργάνου. Θεωρούσα ότι έπρεπε να βοηθήσω τον τόπο μου και έβρισκα μόνη μου τον τρόπο για να προσφέρω τις υπηρεσίες μου. (…) Είμαι ταγμένη και υπηρετώ την πατρίδα. Είμαι αναγνωρισμένη αγωνίστρια της Εθνικής Αντίστασης, δεν επεδίωξα να πάρω σύνταξη και από το 1990 συνεχώς είμαι εκλεγμένη Πρόεδρος της Πανελλήνιας Οργάνωσης Εθνικής Αντίστασης. Είμαι παντρεμένη με τον Νίκο Καραμανάβη κι έχω τρία παιδιά» και, εν γνώσει μου επαναλαμβάνω κάποιες φράσεις της, για να τις εμπεδώσουμε καλύτερα, μήπως και στη θέση των πιστεύω που κομματιάζουν εμάς τους Έλληνες βάλουμε επιτέλους αυτό το ένα, το τόσο σημαντικό, που μας ενώνει, την ακριβή μας Πατρίδα. 

Αυτή είναι η αξιοπρόσεχτη περίπτωση της Εδεσσαίας αγωνίστριας της Κατοχής, που αξίζει να την προσέξουμε και για έναν ακόμη λόγο: επειδή συνταιριάζει αυτό που εμείς οι σημερινοί Έλληνες θεωρούμε συντηρητικό –από τον Μακεδονομάχο πατέρα της έμαθε να θεωρεί τα πάντα ως υποχρέωση και καθήκον του κάθε πολίτη στην πατρίδα- με αυτό που ένα μεγάλο πλήθος Ελλήνων θεωρεί ακόμη χαρακτηριστικό αποκλειστικά των ενταγμένων στις γνωστές αντιστασιακές  οργανώσεις της μιας, της ίδιας πάντοτε πλευράς. 

Δε σας κρύβω, λοιπόν, πως αυτός κυρίως είναι ο λόγος που ένιωσα σήμερα την ανάγκη να σας παρουσιάσω την Ευαγγελία Καραμανάβη. Για να την έχουμε ως πρότυπο όλες οι σημερινές Ελληνίδες κι όλοι οι σημερινοί Έλληνες, ακόμη κι αυτοί που δεν έχουν καταλάβει ακόμη, ούτε και τώρα στον καιρό της κρίσης, πως η Πατρίδα μάς  θέλει ενωμένους , όχι κομματιασμένους, και πως αυτό που πρέπει να κυριαρχεί εντός του καθενός μας είναι η Πατρίδα, όχι τα κόμματα κι ούτε ο εαυτός μας και τα δικά μας συμφέροντα…
 
Κι από την Ευαγγελία της Έδεσσας σε μια Ελληνίδα εκτός Ελλάδας, την Ερμιόνη. Κοιτάζοντάς την στη φωτογραφία της εφημερίδας (Καθημερινή, 22/6/2014), ασπρομάλλα, μαυροντυμένη κι εντελώς ανεπιτήδευτη (όχι ατημέλητη, όπως τα συγχέουν αυτά τα δύο, θαρρείς επίτηδες, κάποιες  εδώ και χρόνια)νιώθω πως βλέπω έναν πολύ δικό μου άνθρωπο, μια πολύ αγαπημένη μου θεία, ας πούμε. Η Ερμιόνη απέχει πολύ από τις σημερινές γυναίκες που επενδύουν πολύ στην εμφάνισή τους, την εξωτερική εννοώ· έχει τη λάμψη του ήλιου στο πρόσωπο, όπως έλεγε ο ορισμός του Έλληνα στο λεξικό που θέλει τη λέξη ‘Έλληνας να προέρχεται από τον ήλιο, και που μακάρι να την έχει αυτή τη λάμψη και στην καρδιά του, όπως μου αρέσει προσωπικά να συμπληρώνω τον ορισμό. Ε, λοιπόν, η κ. Ερμιόνη την έχει αυτή τη λάμψη και στην καρδιά της. Αλλά έχει και τη ζεστασιά του ήλιου στην καρδιά της, αφού από το 1941 και για 73 ολόκληρα χρόνια έκρυβε ένα φοβερό μυστικό και ιερό ταυτόχρονα: τους έξι νεκρούς Έλληνες στρατιώτες που είχε δει να πέφτουν νεκροί μπροστά στο σπίτι της πολεμώντας τους Ιταλούς και βοήθησε κι η ίδια –εννιάχρονο τότε κοριτσάκι- να θαφτούν στην αυλή του σπιτιού της στη Χειμάρρα της Αλβανίας. Κι από τότε δεν τους άφησε ποτέ μόνους. Ούτε στον φοβερό καιρό της δικτατορίας του Χότζα! Κι η μικρή τότε Ερμιόνη Μπρίγκου, αγγελιαφόρος και αγωνίστρια εκείνου του πολέμου, μαζί με τους γονείς της αρχικά, αργότερα μόνη, τους φρόντιζε σαν να ήταν οικογένειά της. Μια αχλαδιά είχε φυτέψει κοντά στους τάφους τους, που όμως ξεράθηκε και θέλει τώρα να βάλει μια μυρτιά, μυρτιά δοξαστική, για να τους χαρίζει κι αυτή τη δροσιά και τη συντροφιά της η μικρή τότε, στον πόλεμο του ’40, Ερμιόνη της Χειμάρρας, που δεν άφησε να γίνει χίμαιρα αλλά έκανε πραγματικότητα την ανάγκη και τον πόθο της να κρύψει ένα τέτοιο μυστικό, που θα μπορούσε άνετα να τη στείλει στον άλλο κόσμο ή να την μπλέξει σε διάφορες περιπέτειες… Κι όλο αυτό το ηρωικό κατόρθωμα  που κράτησε 73 χρόνια(!) της χάρισε τον τίτλο της «μάνας  των πεσόντων κατά το έπος ’40-41 στη Βόρεια Ήπειρο» και αυτό δεν ήταν κάτι παραπάνω απ’ ό,τι της αξίζει.

Έτσι, λοιπόν, οι δύο αυτές αληθινά σπουδαίες  γυναίκες, η Ευαγγελία Καραμανάβη και η Ερμιόνη Μπρίγκου, τόσο κοντινές μας, αφού έζησαν ή ζουν σε τόπους γειτονικούς και στον ίδιο μ’ εμάς καιρό, αλλά και τόσο μακρινές μας σε αντιλήψεις και σε στάση ζωής, αυτές έβαλαν πάνω απ’ όλα το προς την Πατρίδα και τον συνάνθρωπο χρέος- εμείς φοβάμαι πως εξακολουθούμε να έχουμε πάνω απ’ όλα τον εαυτό και την οικογένειά μας-αυτές οι δύο γυναίκες, λοιπόν, μας δίνουν το παράδειγμα· το υγιές παράδειγμα, που έλειψε και γι’ αυτό οδηγηθήκαμε στην κρίση. Χωρίς να γίνουν άντρες (ίσως μονάχα η αφοβιά τους τις κάνει να μοιάζουν με άντρες, μα γιατί όχι και γυναίκες;),  αλλά παραμένοντας γυναίκες τρυφερές και ευαίσθητες, που αξιοποιούν αυτήν τους την τρυφερότητα κι ευαισθησία για το γενικό καλό και υπέρ όλων. Αψηφώντας κινδύνους και κόπους και πετυχαίνοντας τελικά τη νίκη.

Τη νίκη του ωραίου, του μεγάλου, του αληθινού και του αιώνιου, που πρέπει να είναι το ζητούμενο όλων μας, γιατί όλοι μας δείχνουμε να έχουμε χάσει τον προσανατολισμό  μας…

Φαινομενικά θηλυκό-ουσιαστικά πανανθρώπινο, το άρθρο αυτό αφιερώνεται από καρδιάς στον Χρήστο Γιούτσο των τρυφερών χρονογραφημάτων, για τη σπάνια μεγαλοσύνη της καρδιάς του…


Το κείμενο έγραψε η κα Σόνια Ευθυμιάδου Παπασταύρου και δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΟΔΟΣ Καστοριάς την Πέμπτη 23/10/2014

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου