Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2015

Σχολικός Εκφοβισμός: Όσα πρέπει να ξέρουμε



Τα τελευταία χρόνια το φαινόμενο του εκφοβισμού και οι οδυνηρές επιπτώσεις του απασχολούν έντονα την ερευνητική κοινότητα. Δεν είναι λίγες οι μελέτες που ασχολούνται με οποιαδήποτε έκφανση του φαινομένου τόσο στις μικρές ηλικίες όσο και στις μεγαλύτερες. Από τους πρώτους μελετητές του φαινομένου είναι ο Dan Olweus
του οποίου η έρευνα επηρέασε κατά πολύ τις μετέπειτα μελέτες καθώς αποτέλεσε θεμέλιο λίθο στην ‘εξερεύνηση’ του εν λόγω φαινομένου.
            Τις τελευταίες δεκαετίες η κοινωνία αποτελεί τον κυριότερο μάρτυρα μιας ιδιαίτερα έντονης επιθετικής συμπεριφοράς από παιδιά κυρίως σχολικής ηλικίας. Αντιπροσωπευτικό παράδειγμα αποτελεί η ιστορία του μικρού Άλεξ Μεσχισβίλι από τη Βέροια, ένα παιδί το οποίο φαίνεται να έζησε την πιο καταστρεπτική συνέπεια του εκφοβισμού, το θάνατο από τους συνομηλίκους του. Ακόμα πιο πρόσφατο το παράδειγμα του 20χρονου φοιτητή Βαγγέλη Γιακουμάκη από την Κρήτη, ο οποίος οδηγήθηκε στην αυτοχειρία.
            Για να καταφέρουμε να ‘εξερευνήσουμε’ όμως το φαινόμενο της εμπειρίας πειράγματος, θα πρέπει αρχικά να προσεγγίσουμε εννοιολογικά τον ορισμό καθώς και να μελετήσουμε τις μορφές του, τις εκφάνσεις του όπως και οτιδήποτε άπτεται του ενδιαφέροντος του.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο, στο Παράρτημα Εκπαίδευσης και Εργασίας(DfEE, 1994) ο εκφοβισμός προσδιορίζεται με 3 σημεία. Είναι μία σκόπιμα βλαβερή συμπεριφορά, είναι επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά για ένα χρονικό διάστημα και είναι δύσκολο για τα θύματα του εκφοβισμού να αμυνθούν και να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους.
Όπως στηρίζει ο Olweus(1993a) εάν δύο άτομα ίσης δυναμικής έχουν έναν περιστασιακό καυγά, αυτό δεν είναι εκφοβισμός. Ο παρακάτω πίνακας κάνει σαφή τη διάκριση μεταξύ του εκφοβισμού και της απλής σύγκρουσης ομοίων:

Κανονική σύγκρουση ομοίων
Εκφοβισμός
Ισοδύναμοι εμπλεκόμενοι/ φίλοι
Άνιση κατανομή δύναμης/ χωρίς φιλικές σχέσεις
Περιστασιακά
Επαναλαμβανόμενα
Τυχαία
Σκόπιμη
Όχι σοβαρή
Σοβαρή με απειλές, συναισθηματική ή σωματική βλάβη
Όμοια συναισθηματική αντίδραση
Έντονες συναισθηματικές αντιδράσεις από το θύμα- καμία συναισθηματική αντίδραση από το θύτη
Δεν αναζητάτε βοήθεια ή προσοχή
Ζητείτε βοήθεια, έλεγχος ή υλικά αντικείμενα για άμυνα
Χωρίς απόσπαση υλικών πραγμάτων
Συνήθως αποσπώνται πράγματα που ανήκουν στο θύμα
Τύψεις- ανάληψη ευθυνών
Καμία τύψη- πιθανή επίπληξη του θύματος

(Πηγή: Bully proofing your school: a comprehensive approach for elementary schools, Garrity, Jens, Porter, Sager & Short- Camili, 2000)

Οι Johnstone, Munn & Edwards (1991) ορίζουν τον εκφοβισμό ως τη σκόπιμη, συνειδητή επιθυμία να βλάψεις, να απειλήσεις ή να πανικοβάλεις κάποιον πάνω στον οποίο έχεις κάποιο είδος ισχύος ή δύναμης.
Στην παρούσα μελέτη ενστερνιζόμαστε τον ορισμό της Claire (2000) για τον εκφοβισμό ο οποίος είναι ο εξής:
            «ο εκφοβισμός είναι βία, σωματική, λεκτική ή ψυχολογική χειριζόμενη από ένα άτομο ή μία ομάδα ατόμων που στοχεύει ένα άλλο άτομο το οποίο δεν είναι σε θέση να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Η διάρκειά του μπορεί να είναι σύντομη ή ακόμα και μακροπρόθεσμη. Ο εκφοβισμός αποτελεί τμήμα της ανταγωνιστικής, κοινωνικώς αποδεκτής συμπεριφοράς η οποία κάνει κάποια άτομα να νιώθουν κατώτερα από κάποια άλλα. Στο θύμα επίσης δημιουργείται άγχος από φόβο για ενδεχόμενη επανάληψη της επίθεσης.» (σελ. 50)
Ο εκφοβισμός μπορεί ωστόσο να γίνει αντιληπτός σε διαφορετικές μορφές: σωματικός (χτυπήματα, απόσπαση περιουσίας), λεκτικός( προσβολές, ρατσιστικά σχόλια), έμμεσος/ συναισθηματικός( αποκλεισμός κάποιου από κοινωνικές ομάδες ή διάδοση φημών για κάποιον).
Στις σύγχρονες κοινωνικές κατασκευές, ο εκφοβισμός είναι αυξανόμενα ορατός σαν ένα πρόβλημα. Σε αυτό όμως ισχύει ένα παράδοξο. Για παράδειγμα, η δύναμη που έχει η συστηματική κακοποίηση, κατά τη διάρκεια της ιστορίας χαρακτηρίζει πολλές διαδικασίες κοινωνικής αλληλεπίδρασης, όπως για παράδειγμα στο χώρο εργασίας από τα αφεντικά, στα σχολεία από τους δασκάλους ή ακόμα και από τους γονείς στα σπίτια. Σε αυτό το βαθμό ο εκφοβισμός είναι διαπολιτισμικά και ιστορικά συνδεδεμένη έννοια που ποικίλει κατ’ άτομο. Είναι επίσης συνδεδεμένη με την κυρίαρχη κοινωνική υπόθεση της κοινωνικώς αποδεκτής και μη αποδεκτής συμπεριφοράς. Για παράδειγμα, όπως αναφέρουν και οι Percy-Smith και Matthews (2001), οι αυταρχικές ενέργειες ενός ενήλικα πάνω σε ένα παιδί μπορεί να δικαιολογηθούν σαν μια αποδεκτή μορφή κοινωνικοποίησης, ενώ την ίδια στιγμή για άλλους αυτής της μορφής συμπεριφορά μπορεί να χαρακτηριστεί ως κακοποίηση. Ομοίως ένας αυταρχικός διευθυντής μπορεί να δικαιολογήσει τις ενέργειές του ως λογική χρήση της δύναμής του για επίτευξη ενός επιθυμητού αποτελέσματος, ενώ ο εργαζόμενος μπορεί να αντιληφθεί την ίδια ενέργεια ως εκφοβισμό (Percy-Smith& Matthews, 2001)

Κοινωνικό προφίλ δραστών/ θυμάτων

Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει προσπάθειες να προσδιοριστεί το κοινωνικό προφίλ των θυμάτων και των δραστών. Τα θύματα συνηθίζουν να είναι αυτοί που για ποικίλους λόγους νιώθουν λιγότερο ικανοί να διατηρήσουν μία αίσθηση αντιπροσώπευσης και αυτοπροσδιορισμού σε μία κατάσταση. Είναι άτομα που έχουν χαμηλή αυτοεκτίμηση, διαφέρουν όσον αφορά στο σεβασμό από τους υπόλοιπους, έχουν μια προφανή αδυναμία, είναι ντροπαλοί ή έχουν ελάχιστους κοντινούς φίλους.à(DfEE, 1994). Σε αντίθεση, οι δράστες έχουν κατηγορηματικές και επιθετικές πεποιθήσεις, ελάχιστη ενσυναίσθηση και δεν μπορούν καν να φανταστούν πώς νιώθει το θύμα. Δεν νιώθουν επίσης καθόλου ενοχή και πιστεύουν πως κατά κάποιον τρόπο το θύμα ‘αξίζει’ αυτής της μεταχείρισης (Johnstone, Munn & Edwards, 1991).
Υπάρχουν πάρα πολλές μελέτες, κυρίως μέσα στα σχολεία, που επικεντρώνουν την προσοχή τους στο βαθμό που επηρεάζει ο εκφοβισμός τις ζωές των νέων.
Στοιχεία μας δείχνουν πως τα θύματα του εκφοβισμού αποτυγχάνουν στην εκπαίδευση, απουσιάζουν συχνότερα από το σχολείο, είναι κοινωνικά απόντα, πάσχουν από κατάθλιψη και αναπτύσσουν χαμηλή αυτό-εκτίμηση, άγχος και ανασφάλεια (Randall, 1998).

Είδη θυμάτων


            Μπορούμε να διακρίνουμε δύο βασικά είδη θυμάτων εκφοβισμού:
1.      παθητικά, αθώα, ενδοτικά θύματα.
Τα παθητικά θύματα συνήθως αντιπροσωπεύουν τον πιο κοινό τύπο θύματος. Τέτοιου είδους παιδιά συνήθως είναι αγχώδη και ανασφαλή και τείνουν να αποσύρονται ή/ και κλαίνε όταν δέχονται επίθεση από άλλους. Σε αυτά τα θύματα δεν υπάρχει η χρήση βίας. (Carney & Merrell, 2001)
2.      Προκλητικά θύματα. (δράστες/ θύματα)
Ένα προκλητικό θύμα είναι αυτό που θυματοποιείται από επιτιθέμενους αλλά προάγει ο/η ίδιος/α την επιθετικότητα, διαδραματίζοντας και το ρόλο του δράστη. Η συχνότητα εμφάνισης τέτοιου είδους θυμάτων είναι ελάχιστη. Το προκλητικό θύμα μπορεί να χαρακτηριστεί σαν ένα άτομο που αποσπά αρνητικές αντιδράσεις από τους περισσότερους ή ακόμα και όλους τους μαθητές της τάξης του (Carney & Merrell, 2001). Τα προκλητικά θύματα κυρίως αντιμετωπίζουν δυσκολίες με υπερκινητικότητα και επιθετικότητα ως απάντηση σε αποκρίσεις άλλων συμμαθητών τους. Ο Greene (2000) παρατήρησε πως τα προκλητικά θύματα συνήθως παραβιάζουν κοινωνικούς κανόνες. Δηλαδή διακόπτουν συζητήσεις, αντιμετωπίζουν πρόβλημα όσον αφορά στην υπομονή τους, αλλάζουν συχνά αποφάσεις και μπορεί να παρουσιάσουν διαταραχή ελλειμματικής προσοχής- υπερκινητικότητα (ΔΕΠ-Υ).

Είδη Δραστών


Στην έρευνά του ο Dan Olweus (1993c) προσδιορίζει τρία είδη δραστών:
Α. τον επιθετικό δράστη
 Β. τον παθητικό δράστη και
Γ. τον παθητικο- επιθετικό δράστη.
Αναλυτικότερα:
A: Η πιο κοινή μορφή δράστη είναι αυτή του επιθετικού δράστη. Οι δράστες σε αυτόν τον τύπο συνήθως ξεκινούν να λειτουργούν επιθετικά προς τους ομοίους τους και είναι άτομα ‘εμπόλεμα’, άφοβα, δυνατά και καταναγκαστικά. Αυτός ο τύπος συμπεριφοράς προέρχεται από άτομα που έχουν χαμηλή ανοχή σε τυχόν ενοχλήσεις από άλλους, σε συνδυασμό με μία ισχυρή κλίση σε βίαιες συμπεριφορές και με τάση να εξουσιάζουν άλλους. (Espelage & Swearer, 2004).
Β: ο παθητικός δράστης είναι η πιο σπάνια μορφή δράστη. Σπάνια παίρνουν πρωτοβουλίες για την εκκίνηση ενός επεισοδίου εκφοβισμού, αλλά σχεδόν πάντα συμμετέχουν όταν ένας επιθετικός δράστης υποκινεί ένα τέτοιο επεισόδιο σε μία προσπάθεια να κερδίσουν την έγκρισή του. (Coy, 2001).
Γ: ο παθητικο- επιθετικός δράστης είναι εκείνος που καταφεύγει στη δράση εκφοβισμού σαν αποτέλεσμα της προσωπικής του απογοήτευσης από τη δική του θυματοποίηση. (Seale, 2004) 
Πρόσφατα προσδιορίστηκε και ένας νέος τύπος δράστη, αυτός του ‘relational bully (Δ). Αυτός ο τύπος είναι ιδιαίτερα κοινός ανάμεσα σε ομάδες κοριτσιών, χωρίς βέβαια να περιορίζεται σε αυτές τις ομάδες. Σε αυτόν τον τύπο οι δράστες προσπαθούν να αυξήσουν το κοινωνικό τους επίπεδο και τη δύναμή τους μέσω του αποκλεισμού και του χειρισμού άλλων ατόμων. (Espelage & Swearer, 2004)

Τύποι εκφοβισμού


Υπάρχουν 4 κοινοί τύποι εκφοβισμού που είναι ευρέως διαδεδομένοι. Στην παρούσα μελέτη θα γίνει μια απόπειρα να αποδοθούν στα ελληνικά οι τύποι αυτοί καθώς ακριβής ορολογία υπάρχει κυρίως σε ξένη βιβλιογραφία.
Α. πρώτος τύπος είναι η εισβολή (barging in). Σε αυτή την περίπτωση μεγαλύτερα παιδιά παρεμβαίνουν σε παιχνίδια μικρότερων παιδιών με σκοπό να τα διακόψουν και να μην  επιτρέψουν τη συνέχειά τους.
Β. ένας δεύτερος τύπος εκφοβισμού είναι ο εκβιασμός (extortion), όπου τα μικρότερα παιδιά εξαναγκάζονται είτε απειλούνται να δώσουν κάτι από την προσωπική τους περιουσία.
Γ. ο τρίτος τύπος εκφοβισμού ονομάζεται φοβέρα (intimidation). Συνήθως δεν υπάρχει απώτερος σκοπός σε αυτό τον τύπο, ο οποίος περιλαμβάνει σπρωξίματα, προσβολές και απειλές.
Δ. τέλος υπάρχει και η διαβολή (name calling) κατά την οποία οι δράστες επιτίθενται φραστικά στα θύματά τους με χυδαίες και προσβλητικές εκφράσεις. Αυτός ο τύπος είναι και ο πιο διαδεδομένος.
Στις περισσότερες περιπτώσεις το κίνητρο του δράστη είναι η επιθυμία να προκαλέσει προβλήματα, πιθανότατα ως ένδειξη δικής του ισχύος. Φαίνεται να υπάρχει ψυχοκοινωνική προδιάθεση για την εμφάνιση τέτοιου είδους συμπεριφοράς.(Percy-Smith& Matthews, 2001)

Cyber- bullying


Το διαδίκτυο έχει περιγραφεί σαν μία μεταλλασσόμενη κοινωνία η οποία προάγει μια εναλλακτική επικοινωνία, πέρα από την επικοινωνία κατά πρόσωπο. Επίσης λειτουργεί σαν ένα μέσο μαζικής επικοινωνίας όπως η τηλεόραση και το ραδιόφωνο. (Bargh & McKenna, 2004).
Τα τελευταία χρόνια κάνει την εμφάνισή του ένα νέο είδος εκφοβισμού, το οποίο άπτεται του τεράστιου εύρους που παρέχεται από την τεχνολογία και ονομάζεται διαδικτυακός εκφοβισμός (cyber- bullying). Αυτό το είδος εκφοβισμού φαίνεται να χρησιμοποιούν ολοένα και περισσότερο τα παιδιά και οι έφηβοι για να βλάψουν άλλους. (National Children’s Home, 2002). Τα εργαλεία για την επίτευξη αυτού του είδους εκφοβισμού είναι το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (e-mail), τα διάφορα διαδικτυακά ‘δωμάτια επικοινωνίας’ (chat rooms), τα κινητά τηλέφωνα και παρόμοιος εξοπλισμός. Οι διάφορες μέθοδοι που ακολουθούνται είναι η αποστολή απειλητικών ή ταπεινωτικών μηνυμάτων, η αποστολή μηνυμάτων που υποτίθεται έχουν εμπιστευτικό χαρακτήρα, ενώ το περιεχόμενο του μηνύματος είναι γνωστό σε πολλούς πέραν του τελικού αποδέκτη, ή ακόμα και η αποστολή πάλι εμπιστευτικών μηνυμάτων αλλά με μαζικό τρόπο σε πολλούς παραλήπτες (mass- mail) (Sinder & Borel, 2004). Μία άλλη μέθοδος για cyber- bullying είναι να δημιουργήσει ο δράστης μία ταπεινωτική ιστοσελίδα για ένα παιδί- στόχο, στην οποία θα προσκαλεί τους επισκέπτες να σχολιάσουν αυτό το παιδί. Άλλα περιστατικά που έχουν καταγραφεί είναι η δημιουργία μιας ιστοσελίδας όπου οι επισκέπτες ψηφίζουν για τον πιο ‘ανόητο’ του σχολείου τους ή για το κορίτσι που έχει ανταλλάξει τους περισσότερους ερωτικούς συντρόφους (‘ελευθέρων ηθών’). (Sinder & Borel, 2004).
Μελέτη στη Μεγάλη Βρετανία έδειξε πως ένα στα τέσσερα παιδιά έχει αναφέρει πως έχει υποστεί cyber- bullying (National Childrens Home, 2002), ενώ μία άλλη έρευνα σε παιδιά από την Αυστραλία (Ν=120) ηλικίας περίπου 14 ετών, βρήκε πως το 25% των παιδιών γνώριζαν κάποιον που είχε υποστεί τέτοιου είδους εκφοβισμό. (Campbell & Gardner, 2005). Μία άλλη έρευνα έδειξε πως τα κορίτσια χρησιμοποιούν αυτόν τον τρόπο εκφοβισμού περισσότερο από τα αγόρια.(Blair, 2003), ενώ συνήθως οι συγκεκριμένοι δράστες είναι μεγαλύτερης ηλικίας από ότι σε συνήθη περιστατικά εκφοβισμού.

Παράγοντες κινδύνου


Στα επεισόδια εκφοβισμού έχει βρεθεί πως το 63% των παιδιών διαδραματίζουν ένα ‘συμμετοχικό’ ρόλο. Αυτός ο ‘συμμετοχικός’ ρόλος μπορεί να είναι είτε αυτός του δράστη, είτε του θύματος, είτε του αμυνόμενου ή ακόμα και του ‘βοηθού’ του δράστη (Salmivalli, 1996).
Oι Hodges και Perry (1996) υποστηρίζουν ότι υπάρχουν τρεις κοινωνικοί παράγοντες κινδύνου για τον εκφοβισμό:
  1. το να έχεις λίγους φίλους,
  2. το να έχεις φίλους που δεν είναι σε θέση να αμυνθούν και να σε προστατεύσουν, και
  3. το να έχεις απορριφθεί από μία κοινωνική ομάδα.
Ακόμα περισσότερο βρέθηκε πως τα θύματα εκφοβισμού δεν έχουν ένα ‘στενό’ φίλο και αναπτύσσουν πολύ λιγότερο φιλικές σχέσεις υψηλής ποιότητας (Boulton, Trueman, Chau, Whitehand & Amatya, 1999).
Ένα αξιοσημείωτο εύρημα είναι πως ο αριθμός των παιδιών που αναφέρουν ότι έχουν πέσει θύματα εκφοβισμού αυξάνεται σαν ποσό αντιστρόφως ανάλογο με την ηλικία. Δηλαδή όσο μικρότερο είναι ένα παιδί τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες να βιώσει ένα επεισόδιο εκφοβισμού (Smith, Madsen & Moody, 1999).
Τα περισσότερα παιδιά πιστεύουν πως κάποια στιγμή στη ζωή τους θα βιώσουν εκφοβισμό τουλάχιστον μία φορά κατά τη διάρκεια της τους σχολικής ηλικίας. Τα παιδιά που θα συνεχίσουν όμως να θυματοποιούνται θα είναι αυτά που δεν θα μπορούν, για οποιονδήποτε λόγο να αντιμετωπίσουν τους δράστες (Eslea et al., 2003).
Στην έρευνα της Baldry (2004) σε 661 έφηβους από σχολεία της Ιταλίας βρέθηκε πως το 56,5% των συμμετεχόντων είχαν πέσει θύματα εκφοβισμού. Η Baldry (2004) όριζε τα θύματα και τους δράστες μόνο αν είχαν απαντήσει πως τα επεισόδια εκφοβισμού είχαν συμβεί αρκετές φορές τον τελευταίο χρόνο. Ακόμα βρέθηκε πως το 49,5% παραδέχθηκαν πως είχαν υπάρξει δράστες εκφοβισμού. Αξιοσημείωτο είναι πως το 63,4% των θυμάτων ήταν και δράστες, ενώ αντίστοιχα το 72,2% των δραστών είχαν υπάρξει και θύματα. Τα αγόρια κυρίως είναι αυτά που γίνονται δράστες εκφοβισμού, παρά τα κορίτσια. Η ίδια μελέτη βρήκε επίσης πως δεν υπάρχει καμία διαφορά όσον αφορά στο γένος στον έμμεσο/ συναισθηματικό εκφοβισμό. Η μόνη διαφορά είναι πως τα αγόρια διαδίδουν φήμες τέσσερις φορές περισσότερο από τα κορίτσια.
Σε αντίθεση έρχεται ο Olweus (1993b) ο οποίος υποστηρίζει πως υπάρχουν διαφορές αναφορικά με το γένος στον εκφοβισμό. Πιο συγκεκριμένα υποστηρίζει πως τα κορίτσια εμπλέκονται λιγότερο σε σωματικό εκφοβισμό, ενώ κυρίαρχος τρόπος εκφοβισμού είναι η επίθεση στην κοινωνική ισχύ του παιδιού- στόχου. Σύμφωνα με τον  Olweus τα κορίτσια διαδίδουν περισσότερες φήμες από ότι τα αγόρια.
Αντίθετα με τα παραπάνω, οι Percy- Smith και Matthews (2001) υποστηρίζουν το ενδεχόμενο να μην υπάρχουν συγκεκριμένοι παράγοντες κινδύνου για την ανάπτυξη επιθετικής συμπεριφοράς. Πιο συγκεκριμένα υποστηρίζουν το ενδεχόμενο πως τέτοιου είδους συμπεριφορές θα μπορούσαν να αποτελούν μέρος της ανάπτυξης των παιδιών (όπως τα παιδιά μαθαίνουν), να αποτελούν καθορισμό της ταυτότητας και να αποτελούν ανάπτυξη της κοινωνικής ικανότητας των παιδιών. Τα παιδιά ελέγχουν τα όρια τα δικά τους και των άλλων.


Αναφέρουν τα παιδιά τα επεισόδια εκφοβισμού;

Οι μαθητές συχνά αποτυγχάνουν να αναφέρουν ότι έχουν πέσει θύματα εκφοβισμού (Smith, Shu & Madsen, 2001). Σαν αποτέλεσμα αυτού, οι αρχές δεν γνωρίζουν τον ακριβή αριθμό των περιστατικών και κατά συνέπεια δεν μπορούν να λάβουν κάποια μέτρα. Οι Unnever και Cornell (2004) κάνουν μια προσπάθεια να εξετάσουν τους παράγοντες που έχουν να κάνουν με την αναφορά περιστατικών εκφοβισμού. Πιο συγκεκριμένα εξετάζουν τον τύπο εκφοβισμού, το κλίμα στο σχολείο, την κατάσταση στην οικογένεια καθώς επίσης δημογραφικά και συμπεριφορικά χαρακτηριστικά του εκάστοτε θύματος. Οι Newman, Murray & Lussier (2001) εστίασαν στην ελάχιστη προσοχή που δίνεται στην απροθυμία των περισσότερων μαθητών να ζητήσουν βοήθεια από κάποιον μεγαλύτερο. Στη μελέτη τους αυτή βρήκαν πως τα κορίτσια είναι περισσότερο πρόθυμα να ζητήσουν βοήθεια από κάποιον άλλο παρά τα αγόρια, αν και η απόφασή τους αυτή επηρεάζεται από την αυτοαντίληψη και τη συναισθηματική κατάσταση του καθενός. Η απόφαση αυτή είναι ιδιαίτερα κρίσιμη καθώς αυξάνει τα οφέλη σχετικά με την υγεία και μειώνει τον κίνδυνο μελλοντικής επίθεσης. (Kaukinen, 2002). Οι Felson, Messner, Hoskin & Deane (2002) σημειώνουν πως το κόστος που επέρχεται με την αναφορά ενός περιστατικού εκφοβισμού είναι η ντροπή, η απροθυμία να θέσει το θύμα σε κίνδυνο αυτόν που τον βοηθάει και ο φόβος για αντίποινα. Επίσης τα θύματα μπορεί να αποτύχουν να αναφέρουν ένα τέτοιο περιστατικό καθώς πιστεύουν πως η αστυνομία είναι αναποτελεσματική και δεν είναι σε θέση να λάβει δραστικά μέτρα (Baumer, 2002). O Smith (1999) βρήκε πως το ποσοστό των μαθητών που αναφέρουν πως έχουν πέσει θύματα εκφοβισμού, αυξάνεται σύμφωνα με τον αριθμό των επεισοδίων εκφοβισμού. Οι Unnever και Cornell (2004) τονίζουν πως σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και ο τύπος εκφοβισμού που έχει υποστεί κάποιος ούτως ώστε να φτάσει σε σημείο να αναφέρει ένα επεισόδιο. Πιο συγκεκριμένα βρήκαν πως το ποσοστό αυξάνεται εάν ο εκφοβισμός εμπεριέχει και σωματική βία, παρά απλά λεκτική. Γενικότερα όμως βρέθηκε πως το 71% των ερωτηθέντων ανέφερε το επεισόδιο σε κάποιον ενήλικα, ενώ το 29% δεν το ανέφερε πουθενά.
Σε αυτό το σημείο θεωρείται σημαντικός ο ρόλος των παρισταμένων (bystanders). Οι παριστάμενοι συνήθως διαδραματίζουν ένα από τους παρακάτω ρόλους: α. θύτες- συνεργάτες, β. υποστηρικτές, γ. κοινό και δ. διαμεσολαβητές. Ο πιο συνήθης ρόλος των παρισταμένων είναι να συνεργάζονται με τους δράστες ασκώντας και οι ίδιοι σωματική βία. Οι παριστάμενοι κυρίως γίνονται αντιληπτοί από τα θύματα ως συνεργάτες των δραστών ακόμα και αν δεν συμμετέχουν ενεργά και άμεσα. ( Cowie, 2000). Ο Hazler (1996) βρήκε πως οι παριστάμενοι αποτυγχάνουν να αναλάβουν υπεύθυνη και υποστηρικτική θέση υπέρ των θυμάτων για έναν από τους παρακάτω λόγους: 1) δεν ξέρουν τι να κάνουν, 2) φοβούνται πως θα είναι ο επόμενος στόχος των θυμάτων, 3) φοβούνται μήπως αντιδράσουν με λάθος τρόπο και προκαλέσουν χειρότερες αντιδράσεις. Υποθετικά, η πιο ασφαλής μέθοδος δράσης σε τέτοιες συνθήκες είναι η απομάκρυνση από την εμπλοκή. Αλλά η αποφυγή της εμπλοκής οδηγεί τα νεαρά άτομα να παρουσιάζουν έλλειψη ενσυναίσθησης προς τα άτομα που υποφέρουν. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο υπάρχουν πολύ συγκεκριμένα προγράμματα παρέμβασης (peer support programs).
Οι Cowie και Sharp (1996) υποστήριξαν πως εάν δοθεί στα παιδιά η σωστή καθοδήγηση και εκπαίδευση, με σωστή επόπτευση πάντα, οι παριστάμενοι μπορούν να διαδραματίσουν το ρόλο του βοηθού του θύματος. Το θύμα συνήθως βιώνει εμπειρίες πειράγματος, απομόνωση, απόρριψη, δυσκολίες στις σχέσεις και άλλα παρόμοια προβλήματα κατά τη  διάρκεια κυρίως της σχολικής ηλικίας. Ακολουθώντας ένα τέτοιο πρόγραμμα οι παριστάμενοι κατανοούν πλήρως τους λόγους για τους οποίους θα πρέπει να αναφέρουν ένα επεισόδιο εκφοβισμού. Έτσι οι παριστάμενοι γίνονται εν δυνάμει βοηθοί του θύματος και όχι του δράστη. Κατά συνέπεια θα μπορούσε να υπάρξει μία αύξηση των ποσοστών [A1] των ατόμων που αναφέρουν τα επεισόδια εκφοβισμού, όπως αυτά αναφέρθηκαν προηγουμένως (Περισσότερα για τη διαμεσολάβηση των παρισταμένων σε επόμενο τμήμα της παρούσας εργασίας: ‘Αντιμετώπιση του φαινομένου- Προεκτάσεις για συμβουλευτική παρέμβαση’).

Εκφοβισμός και Ψυχική Υγεία

Σε έρευνα που έγινε σε σχολεία της Νορβηγίας (Rolland, 2002) με δείγμα 2088 αγόρια και κορίτσια, βρέθηκε πως τουλάχιστον ένα 5% των ερωτηθέντων εκτίθενται σε τέτοιου είδους συμπεριφορές κάθε εβδομάδα ή ακόμα και πιο συχνά. Η απειλή και η ταπείνωση εμφανίζονται κυρίως κατά τη διάρκεια ενός επεισοδίου εκφοβισμού. Τέτοιες συμπεριφορές μπορεί να οδηγήσουν το θύμα στο να πιστεύει πως υστερεί σε κάτι. Συνεπώς δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός πως συνήθως τα θύματα έχουν χαμηλή αυτοπεποίθηση και αναπτύσσουν συναισθηματικά προβλήματα (Ross, 1996). Επιπλέον είναι γνωστό πως ένας λόγος, για τη συσχέτιση που δημιουργείται ανάμεσα στα θύματα και τα συναισθηματικά τους προβλήματα, είναι πως τα παιδιά και οι ενήλικες έχουν τέτοιου είδους προβλήματα που είναι τα ‘ιδανικότερα’ για επεισόδια εκφοβισμού. Εμπειρικές μελέτες αποδεικνύουν πως οι δράστες έχουν υψηλή επιθετικότητα (Roland & Idsoe, 2001), κάτι που αποτελεί σταθερή τάση αρνητικής συμπεριφοράς με απώτερο στόχο την επίτευξη της αναγνώρισης. Με τις αλληλεπιδράσεις στον εκφοβισμό, η θέση εξουσίας του δράστη επιβεβαιώνεται κατά κάποιον τρόπο από τη στάση υποταγής του θύματος. Συνεπώς οι δύο αυτοί, διαμετρικά αντίθετοι, ρόλοι αλληλοσυμπληρώνονται.
Στην έρευνα που αναφέραμε και προηγουμένως  (Rolland, 2002), δεν φαίνεται να υπάρχει τεράστια διαφορά στο γένος όσον αφορά στη θυματοποίηση τόσο από μέρους των αγοριών όσο και από μέρους των κοριτσιών. Παρά όμως όλα αυτά, τα αγόρια τα οποία εμπλέκονται σε επεισόδια εκφοβισμού είναι περισσότερα από τα κορίτσια. Στην ίδια έρευνα βρέθηκε πως τα παιδιά που δεν είχαν υπάρξει ούτε δράστες αλλά ούτε και θύματα, συγκέντρωναν χαμηλότερες τιμές στις κλίμακες για τα συμπτώματα κατάθλιψης και στις κλίμακες για τις αυτοκτονικές σκέψεις. Ωστόσο τα θύματα συγκέντρωναν τις υψηλότερες βαθμολογίες στις κλίμακες για τα συμπτώματα κατάθλιψης ενώ οι δράστες είχαν μεγαλύτερες βαθμολογίες στις κλίμακες για τις αυτοκτονικές σκέψεις. Εάν χωρίσουμε τις κατηγορίες σύμφωνα με το φύλο, παρατηρούμε πως τα κορίτσια συγκεντρώνουν τις υψηλότερες βαθμολογίες και στις δύο κλίμακες.
            Σε μία άλλη έρευνα που έγινε στην Φινλανδία (Κumpulainen K., Rasanen E., 2000) εξετάστηκε το κατά πόσο επηρεάζει η θυματοποίηση στις ηλικίες 8 και 12 , την ψυχική υγεία στα 15 έτη. Χρησιμοποιήθηκαν 11,518 παιδιά στα οποία χορηγήθηκαν ερωτηματολόγια σε τρεις διαφορετικές χρονικές περιόδους. Στις ηλικίες των 8.5, 12.5 και 15.5 ετών. Αυτή ήταν η πρώτη μελέτη που έδειξε πως τα παιδιά που συμμετείχαν σε επεισόδια εκφοβισμού (στις ηλικίες 8 και 12) ήταν πιο επιρρεπή στο να αναπτύξουν ψυχιατρική συμπτωματολογία στα επόμενα χρόνια. Σημειωτέον  είναι πως στην πιο επιρρεπή ομάδα ανήκαν τα παιδιά που ήταν και θύματα και δράστες.
Γενικότερα όμως βρέθηκε πως τα παιδιά που συμμετείχαν σε τέτοιου είδους επεισόδια όχι μόνο σημείωναν υψηλότερες βαθμολογίες στις κλίμακες για τα ψυχιατρικά συμπτώματα αλλά είχαν την τάση να εμφανίσουν περαιτέρω συμπτωματολογία και στα επόμενα χρόνια της ζωής τους, σε σύγκριση με τα υπόλοιπα παιδιά. Η ίδια έρευνα βρήκε πως τα θύματα τέτοιων επεισοδίων είχαν την τάση να είναι πιο εσωστρεφή.  Επίσης βρέθηκε πως τα παιδιά που υπήρξαν θύματα εκφοβισμού στην ηλικία των 8 ετών, ανέπτυσσαν εσωστρεφή συμπεριφορά, δυσκολία στη σύναψη σχέσεων και ψυχοσωματικά συμπτώματα τρία χρόνια αργότερα. Τα ίδια τα θύματα αναφέρουν τις μακροπρόθεσμες επιδράσεις της θυματοποίησης και κυρίως όσον αφορά στις διαπροσωπικές σχέσεις.
Σε μία μελέτη των Wilkins- Shurmer και συν. (2003) έγινε μία προσπάθεια να βρεθεί η σχέση μεταξύ του εκφοβισμού και της ποιότητας ζωής των θυμάτων, αναφορικά με την υγεία των ίδιων ατόμων στην ύστερη εφηβεία. Χρησιμοποιήθηκαν 805 Αυστραλοί έφηβοι με μέσο όρο ηλικίας τα 13,6 έτη. Αυτό που βρέθηκε ήταν πως σε αυξανόμενη συχνότητα επεισοδίων εκφοβισμού σημειώθηκε χαμηλότερη βαθμολογία στις κλίμακες ψυχοκοινωνικής ‘υγείας’.  Δεν βρέθηκε καμία συσχέτιση μεταξύ της θυματοποίησης στα 15 έτη και της παρουσίας προβληματικής συμπεριφοράς στα 5 έτη, τόσο για τα αγόρια όσο και για τα κορίτσια.
Στην ίδια έρευνα βρέθηκε πως υψηλές βαθμολογίες στις κλίμακες για τη φυσική κατάσταση σχετίζονταν με υψηλότερες βαθμολογίες στη συμμετοχή σε επεισόδια εκφοβισμού τις τελευταίες πέντε μέρες. Συμπερασματικά η συγκεκριμένη έρευνα αποδεικνύει πως το να είναι κάποιος θύμα εκφοβισμού σχετίζεται με μια χαμηλής ποιότητας ψυχοκοινωνική ζωή. Οι συνέπειες του εκφοβισμού δηλαδή μπορεί να αποβούν καταστρεπτικές ακόμα και σε μία πολύ καλώς δομημένη ψυχοσύνθεση (Wilkins- Shurmer, 2003).

Εκφοβισμός και Αυτοεκτίμηση


Τον τελευταίο καιρό γίνεται ολοένα και πιο προφανές πως τα θύματα  εκφοβισμού έχουν και χαμηλή αυτοεκτίμηση. Όσον αφορά όμως στους δράστες του εκφοβισμού, η υπόθεση αυτή αμφισβητείται και η βιβλιογραφία είναι αντιφατική. (OMoore & Kirkham, 2001). Ο Olweus (1993b) ισχυρίζεται πως οι δράστες δεν υποφέρουν από χαμηλή αυτοεκτίμηση, αν και αναγνωρίζει πως οι παθητικοί δράστες (δηλαδή οι ‘ακόλουθοι’ ή οι ‘συνοδοί’ ενός δράστη) πολλές φορές νιώθουν άγχος και ανασφάλεια.  Οι Pearce και Thomson (1998) αναφέρονται στον τυπικό εκφοβισμό σαν δείκτη υψηλής αυτοπεποίθησης. Αντίθετα στα κορίτσια βρέθηκε πως τέτοιου είδους συμπεριφορά συσχετίζεται με χαμηλή αυτοπεποίθηση (Rigby & Cox, 1996). Στον αντίποδα έρχεται ο Ο’ Μοοre(1997) να υποστηρίξει πως οι δράστες μοιράζονται με τα θύματά τους συναισθήματα χαμηλής αυτοεκτίμησης. Παρομοίως ο Byrne (1994) παρατήρησε παρόμοια συναισθήματα σε δράστες και θύματα.
Στην έρευνά τους οι Ο’ Μοοre και Kirkham (2001) σε 8.249 παιδιά της Ιρλανδίας, ηλικίας 8-18 ετών , βρήκαν πως τα θύματα εκφοβισμού θεωρούσαν τους εαυτούς τους ως λιγότερο δημοφιλείς, λιγότερο ελκυστικούς και με χαμηλότερο κοινωνικό προφίλ στο σχολείο. Βρέθηκε επίσης πως τα παιδιά και οι έφηβοι που ήταν μόνο θύματα είχαν υψηλότερη αυτοεκτίμηση από τα παιδιά και τους νέους που ήταν και δράστες και θύματα. Ένα ακόμα συμπέρασμα είναι πως τα παιδιά που υπήρξαν δράστες για περισσότερες φορές από κάποιους άλλους είχαν αναπτύξει συναισθήματα ανεπάρκειας. Στους έφηβους δράστες βρέθηκε πως θεωρούν τους εαυτούς τους δημιουργούς προβλημάτων. Ακόμα, φάνηκε πως έχουν χαμηλό διανοητικό και σχολικό επίπεδο, πιστεύουν πως δεν είναι δημοφιλείς και νιώθουν δυσαρεστημένοι και ανικανοποίητοι.

Εκφοβισμός και Ψυχοπαθολογία


            Μια άλλη μελέτη που χρησιμοποίησε δείγμα έφηβους που παραπέμφθηκαν σε ψυχιατρικές υπηρεσίες στο Ηνωμένο Βασίλειο, βρήκε πως η θυματοποίηση σε επεισόδια εκφοβισμού ήταν ένας σημαντικός παράγοντας για τέτοιου είδους παραπομπές, εκ των οποίων το 70% κατέληγε σε διάγνωση κατάθλιψης. (Salmon, James, Cassidy & Javaloyes, 2000).
Οι Nansel et al (2001) βρήκαν πως τα επεισόδια εκφοβισμού είναι συνδεδεμένα με τη μοναξιά, με χαμηλή κοινωνική θέση και αρνητική συναισθηματική κατάσταση, με ελλιπείς και στενές φιλικές σχέσεις. Αυτό που συμπλήρωσε η συγκεκριμένη έρευνα είναι πως τα επεισόδια εκφοβισμού είναι επίσης συνδεδεμένα με τη χρήση αλκοόλ ή ακόμα και τη χρήση απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών.
Πέρα από την χαμηλή αυτοεκτίμηση που αναφέραμε πιο πριν, έχει βρεθεί πως τα παιδιά που συμμετέχουν σε επεισόδια εκφοβισμού πάσχουν συχνά από ψυχιατρικά ή / και ψυχοσωματικά συμπτώματα (Kumplulainen, Rasanen & Henttonen, 1999). Oι Kaltiala- Heino και συν. (1999) ισχυρίστηκαν πως η κατάθλιψη είναι πιθανό να εμφανιστεί εξίσου στα θύματα και στους δράστες. Κυρίως όμως μπορεί να εμφανιστεί σε άτομα που υιοθετούν και τους δύο ρόλους. Ακόμα παραπέρα, αυτοκτονικές ιδέες εμφανίζονται κυρίως σε άνδρες δράστες και σε γυναίκες δράστες/ θύματα. Επίσης οι παραπάνω ερευνητές αναφέρουν πως παιδιά έφτασαν στην αυτοκτονία επειδή υπήρξαν στόχοι εκφοβισμού.
Σύμφωνα με τους Hugh- Jones και Smith (1998) άτομα που έχουν υπάρξει θύματα εκφοβισμού στο σχολείο αναφέρουν σαν μία μακρόχρονη επίδραση αυτού του φαινομένου τις κακές διαπροσωπικές σχέσεις στην ενήλικη ζωή. Επιπλέον αναφέρουν πως τα άτομα αυτά είναι πιο επιρρεπή στο να ζητήσουν ψυχιατρική βοήθεια (Kumplulainen et al., 1998). Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω φαίνεται πως τα επεισόδια εκφοβισμού είναι μία ιδιαίτερα στρεσογόνος και δυσάρεστη εμπειρία και ψυχιατρικές διαταραχές είναι κοινές σε παιδιά που εμπλέκονται σε αυτά.
            Σε μία έρευνα των Kumpulainen, Rasanen & Puura (2001) μελετήθηκε η σχέση μεταξύ του εκφοβισμού και των ψυχιατρικών συμπτωμάτων, καθώς επίσης και η πιθανότητα χρήσης των υπηρεσιών ψυχικής υγείας σε παιδιά που σχετίζονται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο με τον εκφοβισμό. Το δείγμα ήταν 419 παιδιά από τη Φινλανδία και η έρευνα έγινε σε δύο φάσεις με τη μορφή συνεντεύξεων. Η έρευνα έδειξε πως τα περισσότερα παιδιά που συμμετείχαν σε τέτοια επεισόδια έπασχαν από κάποια ψυχιατρική ασθένεια (π.χ. διαταραχή άγχους, κατάθλιψη, φοβίες, εναντιωτική διαταραχή, διαταραχή ελλειμματικής προσοχής- υπερκινητικότητα).
Αξιοσημείωτο είναι πως το ένα τρίτο των δραστών εμφάνιζε διαταραχή ελλειμματικής προσοχής, ενώ υψηλό είναι το αντίστοιχο ποσοστό και στα θύματα. Στο δεύτερο μέρος της έρευνας που αφορούσε στις υπηρεσίες ψυχικής υγείας βρέθηκε πως μόνο το 23.3% του συνολικού δείγματος είχε επισκεφθεί για κάποιο λόγο επαγγελματία ψυχικής υγείας. Από αυτό το ποσοστό, το 44.3% ήταν θύματα/ δράστες, το 41.7% ήταν δράστες και το 24% ήταν θύματα.
Στη μελέτη των Percy- Smith και Matthews (2001) βρέθηκε πως το 46% των νέων που κατοικούν στο κέντρο του East Midlands της Αγγλίας και το 27% των νέων που ζει στα προάστια ανέφεραν πως άλλοι νέοι, συμπεριλαμβανομένων και των γειτόνων τους, έχουν υπάρξει θύματα εκφοβισμού κατά κάποιον τρόπο. Σε αντίθεση ένα ποσοστό της τάξεως του 11% για αυτούς που ζουν στο κέντρο και 15% για τους υπόλοιπους, ανέφεραν πως αναγκάστηκαν να αλλάξουν τη συμπεριφορά τους, κάτι που ήταν αποτέλεσμα του εκφοβισμού που υπήρχε στην περιοχή.

Εκφοβισμός και Αυτοκτονικότητα

Μια έρευνα που δημοσιεύτηκε το Μάρτιο του 2003 στο ¨I.P.R.C. μελετά τη σχέση μεταξύ ψυχικής υγείας και της χρόνιας εμπειρίας πειράγματος. Η συγκεκριμένη μελέτη δεν ερευνά μόνο τη σχέση μεταξύ εκφοβισμού, αυτοκτονικού ιδεασμού και ψυχικής υγείας, αλλά μελετά και τη σχέση μεταξύ εκφοβισμού και αυτοκαταστροφικών τάσεων. Τα αποτελέσματα της έρευνας αυτής έδειξαν πως το 32% ,σε ένα δείγμα 3265 παιδιών από σχολεία της Νέας Ζηλανδίας 9 έως 12 ετών , είχε αυτοκαταστροφικές σκέψεις. Το 19% των παιδιών αυτών είχε προσπαθήσει να βλάψει τον εαυτό του, ενώ το 11% είχε αποπειραθεί να αυτοκτονήσει. Στην ίδια έρευνα φάνηκε για ακόμα μία φορά πως τα κορίτσια είναι πιο επιρρεπή σε τέτοιου είδους ενέργειες από τα αγόρια.
Γενικά τα αποτελέσματα των επεισοδίων εκφοβισμού μπορεί να είναι πολύ σοβαρά ή ακόμα και μοιραία. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα παιδιών που έχουν πεθάνει εξ’ αιτίας αυτού του φαινομένου. Τα θύματα του εκφοβισμού μπορεί να οδηγηθούν στην αυτοχειρία (bullycide) ή μπορεί να σκοτωθούν από τους δράστες.
Υπάρχουν όμως και τα αντίθετα περιστατικά, όπου οι δράστες σκοτώνονται στο πλαίσιο έμμεσου εκφοβισμού, από τα θύματά τους. ("http://en.wikipedia.org/wiki/Bullying").
            Σύμφωνα με κάποιες εκτιμήσεις, 160.000 παιδιά απουσιάζουν καθημερινά από το σχολείο τους λόγω του εκφοβισμού. Το 77% των μαθητών γυμνασίου και λυκείου, μεσοαστικών δυτικών πόλεων της Αμερικής, έχει υποστεί εμπειρία πειράγματος. (National Center for Educational Statistics, 2000).
Αυτοκτονικές στατιστικές δείχνουν πως τουλάχιστον 16 παιδιά το χρόνο στην Αμερική φτάνουν στην αυτοκτονία εξ’ αιτίας της εμπειρίας πειράγματος. Δεν υπάρχει ακριβής αριθμός αυτοκτονιών σε ενήλικες εξ’ αιτίας του εκφοβισμού, αλλά υπολογίζεται πως ο εκφοβισμός μοιράζεται ένα μεγάλο κομμάτι, από τις 5000 αυτοκτονίες ετησίως στην Αμερική, μαζί με άλλες αιτίες.

Το παρόν άρθρο αποτελεί τμήμα της έρευνας με τίτλο "Η  Επίδραση Του Σχολικού Εκφοβισμού ( bullying) Στη Συναισθηματική Κατάσταση Κατά Την Ενήλικη Ζωή"

Κιοσσές Ν. Βασίλειος

Ψυχολόγος, Υπ. Διδάκτωρ Ιατρικής (2007). Πανεπιστήμιο Κρήτης, Σχολή Κοινωνικών Επιστημών, Τμήμα Ψυχολογίας 




à Departure for Education and Employment= Παράρτημα Εκπαίδευσης και Εργασίας
¨ I.P.R.C.= Injury Prevention Research Center.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου